ραβδίζω

ραβδίζω
ῥαβδίζω ΝΜΑ [ῥάβδος]
1. χτυπώ κάποιον με ράβδο, δέρνω με το ραβδί, ξυλοκοπώ
2. (σχετικά με δέντρα) ρίχνω κάτω τους καρπούς τινάζοντας ή χτυπώντας τα κλαδιά με ειδική ράβδο, τη ραβδιστήρα («ῥαβδίζειν ἐλάας», θεόφρ.)
3. (σχετικά με σιτηρά) αποχωρίζω τους καρπούς τών σιτηρών από τα άχυρα χτυπώντας τα με ραβδί.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • ῥαβδίζω — beat with a rod pres subj act 1st sg ῥαβδίζω beat with a rod pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ραβδίζω — ραβδίζω, ράβδισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ραβδίζω — ισα, ίστηκα, ισμένος 1. χτυπώ με ραβδί, ξυλίζω: Παλιότερα στα σχολεία ράβδιζαν τους αμελείς ή άτακτους μαθητές. 2. χτυπώντας με ραβδί ρίχνω κάτω τους καρπούς δέντρου: Ο γεωπόνος τούς έλεγε να μη ραβδίζουν τα ελαιόδεντρα για να μαζέψουν τις ελιές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐρραβδίσθην — ῥαβδίζω beat with a rod plup ind mp 3rd dual ῥαβδίζω beat with a rod aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) ῥαβδίζω beat with a rod aor ind pass 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥαβδίσει — ῥαβδίζω beat with a rod aor subj act 3rd sg (epic) ῥαβδίζω beat with a rod fut ind mid 2nd sg ῥαβδίζω beat with a rod fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραβδίσθην — ῥαβδίζω beat with a rod aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) ῥαβδίζω beat with a rod aor ind pass 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥαβδισθέντα — ῥαβδίζω beat with a rod aor part pass neut nom/voc/acc pl ῥαβδίζω beat with a rod aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥαβδίζουσι — ῥαβδίζω beat with a rod pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ῥαβδίζω beat with a rod pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥαβδίζουσιν — ῥαβδίζω beat with a rod pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ῥαβδίζω beat with a rod pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρραβδίσθη — ῥαβδίζω beat with a rod aor ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”